Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

λύκος (ο) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: λύκος Προφορά: λύκος
  1. λύκος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες:
    1) Είνας λύκος περισ̌άν εποίκε μας.
    2) άρπαγας
    3) Άμον λύκος έν’ σην δουλείαν ατ’. (γρήγορος, επιδέξιος, σβέλτος)
    4) Η γούλα τ’ αχά, άμον λύκος. (λαίμαργος, Ιδίωμα: Τορούλ)
    5) Δέν’ τον λύκον. (με επωδούς κάμνει τον λύκο ανίκανο να βλάπτει ζώα)
    6) Λύν’ τον λύκον. (χαλνά το δέσιμον του λύκου)
    7) Ο Προκόψ, τρά̤ντα χρόνια μιχτάρτς, παλαιός λύκος. (πονηρός, έμπειρος)
    8) Λύκον ετραβαγγέλιζαν κι ατός τ’ αιίδια τέρ'νεν.

    Προέλευση:
    από το αρχαίο ουσιαστικό λύκος

  2. το ζώο λύκος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια