Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες:
1) Είνας λύκος περισ̌άν εποίκε μας.
2) άρπαγας
3) Άμον λύκος έν’ σην δουλείαν ατ’. (γρήγορος, επιδέξιος, σβέλτος)
4) Η γούλα τ’ αχά, άμον λύκος. (λαίμαργος, Ιδίωμα: Τορούλ)
5) Δέν’ τον λύκον. (με επωδούς κάμνει τον λύκο ανίκανο να βλάπτει ζώα)
6) Λύν’ τον λύκον. (χαλνά το δέσιμον του λύκου)
7) Ο Προκόψ, τρά̤ντα χρόνια μιχτάρτς, παλαιός λύκος. (πονηρός, έμπειρος)
8) Λύκον ετραβαγγέλιζαν κι ατός τ’ αιίδια τέρ'νεν.
Προέλευση:
από το αρχαίο ουσιαστικό λύκος