λυκοπάππος (ο) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: 1. λυκοπάππος , 2. λυκοπάππον
Προφορά: λυκοπάππος
-
ο πατέρας του παππού
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
-
προπαππούς
Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
-
πατέρας του παππού μας, πάππος του πατέρας μας
Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου