Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

λυκοπάππος (ο) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: 1. λυκοπάππος , 2. λυκοπάππον Προφορά: λυκοπάππος
  1. ο πατέρας του παππού Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
  2. προπαππούς Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
  3. πατέρας του παππού μας, πάππος του πατέρας μας Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου

Παρατηρήσεις - Σχόλια