Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

λυκάνθρωπος (ο) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: λυκάνθρωπος Προφορά: λυκάνθρωπος
  1. αγριάνθρωπος άνθρωπος με χαρακτήρα λύκου Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Χρήση ποιητική

    Παράδειγμα:
    Λυκάνθρωπον επέντεσεν απάν’ σο σταυροστράτι.

Παρατηρήσεις - Σχόλια