χεροχάλκ (το) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: χͮεροχάλκ'
Προφορά: σεροχάλκ
-
1) καζάνι μεγάλο με δύο χερούλια
2) μεγάλο καζάνι με ένα μεγάλο ή δύο μικρά χερούλια (δίλαβον) που μεταχειρίζονταν κατά την πλύση, τους γάμους και τις κηδείες
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)