Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

κιρουλτή (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: κιρουλτή Προφορά: κιρουλτή
  1. θόρυβος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    τουρκική

    Παράδειγμα:
    Δεκαεφτά λίρας επήγαν σην κιρουλτήν. (17 λίρες πήγαν στο βρόντο, χάθηκαν)

Παρατηρήσεις - Σχόλια