Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

κιουμπουρλαεύω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: κιουμπουρλαεύω Προφορά: κιουμπουρλαεύω
  1. 1) βγάζω δυνατή βοή 2) ανάβει με θόρυβο (Ιδίωμα: Κρώμνης) Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

Παρατηρήσεις - Σχόλια