Προέλευση: τουρκική, από την τουρκική λέξη κιεσ̌έ
Ιδίωμα: Ματσούκας
Παραδείγματα: 1) Σην κιοσ̌έν απέσ’ έστρωσα το κρεβάτ’. 2) Τσακήν κιοσ̌έν (στρίβει, σκάει).