Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

κιατσίνεμαν (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: κα̤τσ̌ίνεμαν Προφορά: κεατσίνεμαν
  1. διάγω, ζω Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Επιπλέον Ερμηνεία:
    ζωή με όχι άφθονα αγαθά

    Προέλευση:
    τουρκική, από την τουρκική λέξη κετσινμέκ

    Παράδειγμα:
    Εστείλνεν χασλούχ για το κιατσίνεμαν τ’ οσπιτί’ ατ.

Παρατηρήσεις - Σχόλια