Προέλευση: συνθετικά από τον αριθμητικό δύο και το αρχαίο ουσιαστικό κλώψ = κλέφτης
Παράδειγμα: Είχε πορτάρους δίκλωπους, αφέντες φοβετσάρους.
Προέλευση: από τα συνθετικά δίς + το αρχαίο ουσιαστικό κλώψ
Αρσενικό: Ενικός: δίκλωπος Πληθυντικός: δίκλωποι
Θηλυκό: Ενικός: δίκλωπη , δίκλωπος Πληθυντικός: δίκλωποι
Ουδέτερο: Ενικός: δίκλωπον Ουδέτερο: δίκλωπα
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους. Στο θηλυκό η κατάληξη -η δίνεται από το λεξικό του Γεροστάθη .