Ερμηνεία: με δύο κέρατα
Παράδειγμα: Δίκερον ο κρίαρον.
Αρσενικό: Ενικός: δίκερος Πληθυντικός: δίκεροι
Θηλυκό: Ενικός: δίκερος , δίκερέσα Πληθυντικός δίκεροι
Ουδέτερο: Ενικός: δίκερον Πληθυντικός: δίκερα
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους, ιδίως στο αρσενικό και το ουδέτερο, λόγω σημασιολογίας.