Προέλευση: τουρκική
Παράδειγμα: Τα μαλλία τ’ς έσπριναν κι ατέ κιάντζ̌αινα.
Ομόρριζα - Παράγωγα: κιαντζ̌λα̤εύω (γίνομαι νέος) κιαντζ̌λά̤εμαν κιαντζ̌λούχ
Αρσενικό Ενικός: κά̤ντζ̌ος
Θηλυκό Ενικός: κά̤ντζ̌αινα