Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

κιαμιτσής (ο) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: κα̤μιτσ̌ής Προφορά: κεαμιτσής
  1. ναύτης Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    τουρκική

    Ιδίωμα:
    Κερασούντας

    Παράδειγμα:
    Είνας ας σοι καμιτσ̌ήδες έρπαξεν την εικόναν τ’ Αενικόλα.

Παρατηρήσεις - Σχόλια