Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

κεναρλήν καμίς [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: κεναρλήν καμίσ' Προφορά: κεναρλήν καμίς
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ερμηνεία:
    λινό με μετάξι υφασμένο ολόγυρα

    Παράδειγματα:
    1) Τον δεξάμενον χαρίζ’νε έναν κεναρλήν καμίς. (υποκάμισο λινό με μετάξι υφασμένο ολόγυρα)
    2) Τα στρώματα εσ̌κέπασεν με τ’ έναν κεναρλήν τσ̌ιαρτσ̌ιάφ’.

Παρατηρήσεις - Σχόλια