Ερμηνεία: το οποίον δεν έχει κανείς μυριστεί
Παράδειγμα: Έπαρ' αμύριχτον, αμάραντον και άπιαστον τσουντσούναν.
Αρσενικό: Ενικός: αμύριχτος Πληθυντικός: αμύριχτοι
Θηλυκό: Ενικός: αμύριχτος Πληθυντικός: αμύριχτοι
Ουδέτερο: Ενικός: αμύριχτον Πληθυντικός: αμύριχτα
Σχόλιο: Αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους, ιδίως στο ουδέτερο.