Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

κωλολείχω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: κωλολείχω Προφορά: κωλολείχω
  1. ζω εις βάρος άλλων Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παράδειγμα:
    Οκνεί να δουλεύ’ και κωλολείχͮ\' την χώραν.

Παρατηρήσεις - Σχόλια