Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

ανάπαος (ο) [Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: ανάπαος Προφορά: ανάπαος
  1. εκείνος που δε μπορεί, ή δεν πρέπει να αναπαυθεί Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
  2. αυτός που δεν ξεκουράστηκε Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια