Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

κρούγω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: κρούγω Προφορά: κρούγω
  1. μετανιώνω, ηχώ, πλειοδοτώ, σκοτώνω, χτυπώ 1) βλέπω από κοντά 2) αρχίζω να υπερβαίνω 3) προσεγγίζω κάποιον Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Αόριστος:
    εντώκα= έδωκα
    Προστακτική:
    ντος=δος, από άλλο θέμα

    Παθητική φωνή:
    κρούσκουμαι= περιβάλλομαι από αρρώστια

Παρατηρήσεις - Σχόλια