Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
Προέλευση:
από το δονώ
Παραδείγματα:
1) Ας τραγωδεί κι αντιδονούν παρχάρα̤ και λειβάδα̤.
2) Εντιδόνευαν τα ραχͮ ά̤ κι εβόαναν τ' ορμία.
3) Ασά λαλίας ατουν αντιδόνανεν ο κόσμος.
αντηχώ, βουίζωΠηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης