Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

κριθάρ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: κριθάρ' Προφορά: κριθάρ
  1. 1) κριθάρι, φυτό και καρπός 2) το κριθαράκι (του ματιού- σημάδι μελλοντικού πλουτισμού) 3) είδος δημητριακού Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    κριθάρ(ι)

Παρατηρήσεις - Σχόλια