Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

κριάρ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: κριάρ' Προφορά: κριάρ
  1. κριάρι Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    κριάρ(ι)

Παρατηρήσεις - Σχόλια