Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

κρατώ [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: κρατώ Προφορά: κρατώ
  1. βαστάζω, συγκρατώ, αντέχω, τηρώ, συγκροτώ, διαρκώ, υποστηρίζω 1) υποβάλλω την αγελάδα στον ταύρο (για βάτευση) 2) βοηθώ κάποιον οικονομικά ή ηθικά 3) είμαι στην ίδια τάξη με κάποιον (για παιδιά) Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Παθητική φωνή:
    κρατίουμαι = είμαι ευκατάστατος, συγκρατούμαι

Παρατηρήσεις - Σχόλια