βαστάζω, συγκρατώ, αντέχω, τηρώ, συγκροτώ, διαρκώ, υποστηρίζω
1) υποβάλλω την αγελάδα στον ταύρο (για βάτευση) 2) βοηθώ κάποιον οικονομικά ή ηθικά 3) είμαι στην ίδια τάξη με κάποιον (για παιδιά)
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης