Προέλευση: τουρκική, από την τουρκική λέξη σ̌ελέκ = φορτίο
Παράδειγμα: Τα ξύλα μ’ ασ̌α̤λα̤κίαστα είν’. (δεν έχουν τοποθετηθεί και δεθεί με το σχοινί)
Αρσενικό: Ενικός: ασ̌α̤λα̤κίαστος Πληθυντικός: ασ̌α̤λα̤κίαστοι
Θηλυκό: Ενικός: ασ̌α̤λα̤κίαστος Πληθυντικός: ασ̌α̤λα̤κίαστοι
Ουδέτερο: Ενικός: ασ̌α̤λα̤κίαστον Πληθυντικός: ασ̌α̤λα̤κίαστα
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους, λόγω σημασιολογίας.