Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

οξαεύω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: οξ̌αεύω Προφορά: οξεαεύω
  1. χαϊδεύω Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    τουρκική, από την τουρκική λέξη oksamak

    Παράδειγμα:
    Την κάταν οξ̌α̤εύ’ς κι εκείνε σκών’ το μαλλίν ατ’ς.

    Ομόρριζο - Παράγωγο:
    οξ̌ά̤εμαν

Παρατηρήσεις - Σχόλια