Προέλευση: τουρκική, από την τουρκική λέξη oksamak
Παράδειγμα: Την κάταν οξ̌α̤εύ’ς κι εκείνε σκών’ το μαλλίν ατ’ς.
Ομόρριζο - Παράγωγο: οξ̌ά̤εμαν
Ενεστώτας: οξ̌αεύω Παρατατικός: οξ̌άευα Μέλλοντας: θα οξ̌αεύω Αόριστος: οξ̌άεψα
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.