Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ιμπριχέα (η) []

Γραφή στην Ποντιακή: ιμπριχέα Προφορά: ιμπριχέα
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ερμηνεία:
    το περιεχόμενο του ιμπρίχ (βλ.λ ιμπρίχ - ιμπρίκ)

Παρατηρήσεις - Σχόλια