Προέλευση: από το αρχαίο ρήμα θαρρῶ = έχω τόλμη, πεποίθηση
Χρήση από: Π. Υψηλάντη
Παράδειγμα: Νέπε σ̌κύλ' υιέ, εύρες ατο, θαείς με τ' εμέν εκαλάτσ̌εψες ατα.
Ενεστώτας: θαείς
Σχόλιο: Εύχρηστο κυρίως στον Ενεστώτα. η λειτουργία του προσομοιάζει με απρόσωπο ρήμα, καθώς το υποκείμενό του δεν είναι πάντοτε ένα συγκεκριμένο β' ενικό πρόσωπο.