Επιπλέον Ερμηνεία: που δεν έχει ραντιστεί με νερό
Προέλευση: από το στερητικό α και το ρήμα τσ̌ανίζω
Παράδειγμα: 1) Μη σπογγίεις ατσ̌άνιγον οσπίτ’. 2) Ατσ̌άνιγον έν’ ο σπόρον.
Αρσενικό: Ενικός: ατσ̌άνιγος Πληθυντικός: ατσ̌άνιγοι
Θηλυκό: Ενικός: ατσ̌άνιγος Πληθυντικός: ατσ̌άνιγα
Ουδέτερο: Ενικός: ατσ̌άνιγον Πληθυντικός: ατσ̌άνιγα
Επίρρημα: ατσ̌άνιγα
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους λόγω σημασιολογίας.