Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ατσάνιγος (ο) [Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: ατσ̌άνιγος Προφορά: ατσάνιγος
  1. ασκόρπιστος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Επιπλέον Ερμηνεία:
    που δεν έχει ραντιστεί με νερό

    Προέλευση:
    από το στερητικό α και το ρήμα τσ̌ανίζω

    Παράδειγμα:
    1) Μη σπογγίεις ατσ̌άνιγον οσπίτ’.
    2) Ατσ̌άνιγον έν’ ο σπόρον.

Παρατηρήσεις - Σχόλια