Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ατούμ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: ατούμ' Προφορά: ατούμ
  1. βήμα Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    τουρκική

    Παραδείγματα - Ερμηνείες:
    1) Έναν ατούμ’ παρότ’ είχα. (μια ριξιά)
    2) Πόσα ατούμα̤ είναι απαδά σο σχολείον; (βήματα)

Παρατηρήσεις - Σχόλια