Προέλευση: τουρκική
Παραδείγματα - Ερμηνείες: 1) Έναν ατούμ’ παρότ’ είχα. (μια ριξιά) 2) Πόσα ατούμα̤ είναι απαδά σο σχολείον; (βήματα)
Ενικός: ατούμιν / ατούμ' Πληθυντικός: ατούμα̤