Ερμηνεία: εκείνος που δεν έχει τοξευθεί
Αρσενικό: Ενικός: ατόξετυος Πληθυντικός: ατόξευτοι
Θηλυκό: Ενικός: ατόξευτος Πληθυντικός: ατόξευτοι
Ουδέτερο: Ενικός: ατόξευτον Πληθυντικός: ατόξευτα
Επίρρημα: ατόξευτα
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, έυχρηστο σε ορισμένους τύπους, λόγω σημασιολογίας.