Προέλευση: από το στερητικό α- και το τουρκ. τονατεύω
Παράδειγμα: Εκκλησία ατονάτευτον έν’.
Αρσενικό: Ενικός: ατονάτευτος Πληθυντικός: ατονάτευτοι
Θηλυκό: Ενικός: ατονάτευτος Πληθυντικός: ατονάτευτοι
Ουδέτερο: Ενικός: ατονάτευτον Πληθυντικός: ατονάτευτα
Επίρρημα: ατονάτευτα
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.