Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ατλάσια (τα) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: 1. ατλάσ̌ια , 2. ατλάσ̌α̤ Προφορά: ατλάσια
  1. καπούλια, οπίσθια Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    τουρκική

    Παράδειγμα:
    Αγιώρτς επαίρεν τον παιδίτσον σ’ ατλάσ̌ια κ’ έγκεν εθέκεν ατον σ’ εκκλησίας την πόρταν.

Παρατηρήσεις - Σχόλια