Ερμηνεία: ύφασμα μεταξωτό, πυκνά υφασμένο με στιλπνή επιφάνεια
Παράδειγμα: Θα φτάγω σε σπαλέρ’ ατλάζ’.
Ενικός: ατλάζιν / ατλάζ' Πληθυντικός: ατλάζα̤