Ερμηνεία: πιάνομαι σε λόγια ή διαφορετικά
Προέλευση: τουρκική
Παράδειγμα: Ογώ με τ’ ατόν ’κ’ επορώ ν’ ατισ̌εύκουμαι.
Ενεστώτας: ατισ̌εύκουμαι Παρατατικός: ετισ̌εύκουμ'νε / ατισ̌εύκουμ'νε Μέλλοντας: θα ατισ̌εύκουμαι Αόριστος: ετισ̌εύτα / ατισ̌εύτα
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.