Ερμηνεία: εκείνος που δεν έχει βαλθεί στη σειρά, στον αρμαθό
Παράδειγμα: Τα καπνόφυλλα μ’ ατίζευτα είναι.
Αρσενικό: Ενικός: ατίζευτος Πληθυντικός: ατίζευτοι
Θηλυκό: Ενικός: ατίζευτος Πληθυντικός: ατίζευτοι
Ουδέτερο: Ενικός: ατίζευτον Πληθυντικός: ατίζευτα
Επίρρημα: ατίζευτα
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.