Παράδειγμα: Έβρεξεν και ατζαρκέλιγον επέμ’νεν το κεπίν.
Αρσενικό: Ενικός: ατζαρκέλιγος Πληθυντικός: ατζαρκέλιγοι
Θηλυκό: Ενικός: ατζαρκέλιγος Πληθυντικός: ατζαρκέλιγοι
Ουδέτερο: Ενικός: ατζαρκέλιγον Πληθυντικός: ατζαρκέλιγα
Επίρρημα: ατζαρκέλιγα
Σχόλιο: αναλογικός, σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους, λόγω σημασιολογίας.