Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ατάτ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: ατά̤τ' Προφορά: ατεάτ
  1. συνήθεια Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    τουρκική

    Ιδίωμα:
    Σαντάς, Χαλδίας

    Παράδειγμα:
    Οι δα̤βόλ’ είχαν ατά̤τ’ να τοπλαεύκουνταν και να λέγ’νε τ’ αντρείας ατουν.

Παρατηρήσεις - Σχόλια