Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

κοψιάδα (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: κοψιάδα Προφορά: κοψιάδα
  1. η κατανομή του προσώπου, τα χαρακτηριστικά Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια