Ερμηνεία: αυτός που δεν είναι πλήρως αποξηραμένος
Παράδειγμα: Τα χορτάρα̤ αταμάμευτα είν’.
Αρσενικό: Ενικός: αταμάμευτος Πληθυντικός: αταμάμευτοι
Θηλυκό: Ενικός: αταμάμευτος Πληθυντικός: αταμάμευτοι
Ουδέτερο: Ενικός: αταμάμευτον Πληθυντικός: αταμάμευτα
Επίρρημα: αταμάμευτα
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους, λόγω σημασιολογίας.