Ερμηνεία: αυτός που δεν είναι πλήρως αποξηραμένος
Αρσενικό: Ενικός: αταμάμευος Πληθυντικός: αταμάμευοι
Θηλυκό: Ενικός: αταμάμευος Πληθυντικός: αταμάμευοι
Ουδέτερο: Ενικός: αταμάμευον Πληθυντικός: αταμάμευα
Επίρρημα: αταμάμευα
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους, λόγω σημασιολογίας.