Προέλευση: τουρκική
Χρήση από: Π. Μελανοφρύδη
Παράδειγμα: Ατάης -ιμ’ νέος έν’ και τα παλιά ενέσπαλεν.
Αρσενικό: Ενικός: ατάης Πληθυντικός: ατάοι
Θηλυκό: Ενικός: ατάαινα Πληθυντικός: (ατάοι)
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο κυρίως στον Ενικό, υφίσταται ως επίθετο που ουσιαστικοποιήθηκε.