Ερμηνεία: εκείνος που δεν έχει σκορπιστεί
Προέλευση: τουρκική, από το στερητικό α και την τουρκική λέξη ταγουνμάκ = σκορπίζω
Αρσενικό: Ενικός: αταγούτευτος Πληθυντικός: αταγούτευτοι
Θηλυκό: Ενικός: αταγούτευτος Πληθυντικός: αταγούτευτοι
Ουδέτερο: Ενικός: αταγούτευτον Πληθυντικός: αταγούτευτα
Επίρρημα: αταγούτευτα
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.