Ερμηνεία: εκείνος που δεν έχει αναποδογυριστεί
Προέλευση: τουρκική, από το στερητικό α και την τουρκική λέξη τεβιρμέκ
Αρσενικό: Ενικός: ατα̤βίρευος Πληθυντικός: ατα̤βίρευοι
Θηλυκό: Ενικός: ατα̤βίρευος Πληθυντικός: ατα̤βίρευοι
Ουδέτερο: Ενικός: ατα̤βίρευον Πληθυντικός: ατα̤βίρευα
Επίρρημα: ατα̤βίρευα
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους, λόγω σημασιολογίας.