Προέλευση: τουρκική
Παραδείγματα: 1) Σ’ οσπιτί' τη ράχͮα̤ν έχτ’σεν την ασ̌χανάν ατ’. 2) Εσέβα σην ασ̌χανάν να τερώ ντό εμάειρεψαν.
Ενικός: η ασ̌χανά Πληθυντικός: τα ασ̌χανάδες / ασ̌χανάδας