Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

αστρίτσι (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: 1. αστρίτσι , 2. αστρίτσιν Προφορά: αστρίτσι
  1. άστρο Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ποιητικό

    Παράδειγμα:
    Αστρίτσα̤ μ’ χαμελώσετεν φεγγάρι μ’ κάθεν έλα.

Παρατηρήσεις - Σχόλια