Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

άστρεν (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: άστρεν Προφορά: άστρεν
  1. άστρο Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνεία:
    1) Κλαίγν’ ατον τ’ άστρια τ’ ουρανού και τη δεντρού τα φύλλα.
    2) Ερούξεν τ’ άστρεν ατ’. (πέθανε, ιδίωμα: Σταυρί)

Παρατηρήσεις - Σχόλια