Ερμηνεία: αυτός που δεν έχει μπει σε σωρό, στιβάδα
Παράδειγμα: Τ’ ημ’σά τα ξύλα επέμ’ναν αστοίβαχτα.
Αρσενικό: Ενικός: αστοίβαχτος Πληθυντικός: αστοίβαχτοι
Θηλυκό: Ενικός: αστοίβαχτος , αστοίβαχτέσα Πληθυντικός: αστοίβαχτοι
Ουδέτερο: Ενικός: αστοίβαχτον Πληθυντικός: αστοίβαχτα
Επίρρημα: αστοίβαχτα
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους, λόγω σημασιολογίας.