Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ασταρλούχ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: ασταρλούχ' Προφορά: ασταρλούχ
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ερμηνεία:
    το ύφασμα που προορίζεται για φοδράρισμα

    Προέλευση:
    τουρκική

    Παράδειγμα:
    Ασταρλάεψον την ζουπούναν.

Παρατηρήσεις - Σχόλια