Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

εγουεύω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: εγουεύω Προφορά: εγουεύω
  1. φείδομαι, τσιγγουνεύομαι λυπούμαι να ξοδέψω Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    τουρκική, από την τουρκική λέξη kiymak

    Παραδείγματα:
    1) Εγούεψα να γνεφίζω σε.
    2) Να τρώει πα εγουεύ’.

Παρατηρήσεις - Σχόλια