Ερμηνεία: με δυσκολία διακρίνω φως
Ενεστώτας: φεγγίζ' Παρατατικός: εφέγγιζεν Μέλλοντας: θα φεγγίζ' Αόριστος: εφέγγιξεν
Σχόλιο: γ' εν. Οριστικής Ενεστώτα, του ρημ. "φεγγίζω", εύχρηστο ως τριτοπρόσωπο, λόγω σημασιολογίας.