Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

υναικίζω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: 'υναικίζω Προφορά: υναικίζω
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ερμηνεία:
    παντρεύομαι γυναίκα (Βλ. λ. γυναικίζω)

Παρατηρήσεις - Σχόλια