Ερμηνεία: παντρεύομαι γυναίκα (Βλ. λ. γυναικίζω)
Ενεστώτας: 'υναικίζω Παρατατικός: 'υναίκιζα Μέλλοντας: θα 'υναικίζω Αόριστος: 'υναίκισα / 'υναίκ'σα
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.