Επιπλέον Ερμηνεία: σφίγγομαι για να κλάσω ή να χέσω ή να κάνω δύσκολη δουλειά
Παράδειγμα: Σίτα̤ εζέχκουτον η νύφε να σ'κών' το βούδ', έκλασεν.
Ενεστώτας: ζέχκουμαι Παρατατικός: εζέχκουμ'νε Μέλλοντας: θα ζέχκουμαι Αόριστος: εζέχτα
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.